Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία την εξάπλωση του ιού Έμπολα, με το επίκεντρο της επιδημίας να εντοπίζεται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), έχουν καταγραφεί περισσότερα από 900 ύποπτα κρούσματα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, εκ των οποίων τα 101 έχουν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά. Την ίδια στιγμή, οι υγειονομικές αρχές στην Ουγκάντα επιβεβαίωσαν πέντε κρούσματα και έναν θάνατο που συνδέεται με τον ιό.
Ο επικεφαλής του WHO, Tedros Adhanom Ghebreyesus, προειδοποίησε ότι οι προσπάθειες αναχαίτισης δυσχεραίνονται από τις καθυστερήσεις στον εντοπισμό των νοσούντων, αναγκάζοντας τις αρχές να βρίσκονται σε διαρκή αγώνα δρόμου. Ο αριθμός των θανάτων που συνδέονται με τον ιό έχει ξεπεράσει ήδη τους 220. Αν και ο κίνδυνος σε διεθνές επίπεδο αξιολογείται προς το παρόν ως χαμηλός, ο WHO αναβάθμισε το επίπεδο κινδύνου εντός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό από «υψηλό» σε «πολύ υψηλό».
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η παρούσα έξαρση αφορά το σπάνιο στέλεχος Bundibugyo, για το οποίο δεν υπάρχουν επί του παρόντος εγκεκριμένα εμβόλια ή ειδικές θεραπείες. Τα υπάρχοντα σκευάσματα, όπως το Ervebo και το Zabdeno/Mvabea, έχουν αναπτυχθεί αποκλειστικά για το στέλεχος Zaire.
Αντιδρώντας στην κρίση, πολλές αφρικανικές χώρες, όπως η Ρουάντα, το Μπουρούντι, η Ζάμπια, η Τανζανία, η Αιθιοπία, η Νιγηρία, η Κένυα και η Μπουρκίνα Φάσο, έχουν αυστηροποιήσει τους ελέγχους στα σύνορά τους. Παράλληλα, χώρες εκτός Αφρικής, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, του Καναδά και της Ταϊλάνδης, έχουν επιβάλει ταξιδιωτικούς περιορισμούς και εντατικούς υγειονομικούς ελέγχους. Η Ρωσία έχει δεσμευτεί να παρέχει επιδημιολογική συνδρομή, αποστέλλοντας ειδικούς στην Ουγκάντα και ενισχύοντας τις υποδομές με κινητά εργαστήρια, συνεχίζοντας τη συνεργασία της στην περιοχή.