Η υποχωρητικότητα του Καναδά απέναντι στις ΗΠΑ έχει καταντήσει επιζήμια, παρά την περί του αντιθέτου ρητορική. Ένα πρόσφατο περιστατικό με πτήση της Air France από το Παρίσι με προορισμό το Ντιτρόιτ αναδεικνύει το πρόβλημα. Οι αμερικανικές αρχές απαγόρευσαν την είσοδο στην πτήση λόγω επιβάτη από το Κονγκό –επίκεντρο επιδημίας Έμπολα– και ο Καναδάς ανέλαβε το βάρος, επιτρέποντας το αεροπλάνο να προσγειωθεί στο Μόντρεαλ. Γιατί ο Καναδάς να λειτουργεί ως «βολική λύση» για τα λάθη τρίτων, όταν η αποστολή ενός ξεκάθαρου «όχι» θα ήταν η μόνη λογική στάση;
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Καναδάς «πληρώνει» την εξυπηρέτηση αμερικανικών συμφερόντων. Η σύλληψη της Meng Wanzhou, της οικονομικής διευθύντριας της Huawei, κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ, προκάλεσε μια πολυετή διπλωματική κρίση με το Πεκίνο, χωρίς ο Καναδάς να έχει δικούς του λόγους εμπλοκής. Αντίστοιχα, οι παρεμβάσεις στην εσωτερική πολιτική σκηνή είναι πλέον ορατές: η εφαρμογή 10xVotes, που προωθήθηκε από τον Αμερικανό πρέσβη Pete Hoekstra, βρέθηκε να διαχειρίζεται δεδομένα εγγεγραμμένων ψηφοφόρων στην Αλμπέρτα, έχοντας διασυνδέσεις με κύκλους προσκείμενους στον Donald Trump και προσωπικότητες όπως ο Steve Bannon, ο Alex Jones και ο Tucker Carlson.
Η κατάσταση επιδεινώνεται με την ανακοίνωση της DEA για άνοιγμα νέων γραφείων στον Καναδά έως το 2027, με τον Terrance Cole να επικαλείται την ανάγκη παρακολούθησης της χώρας. Παράλληλα, ο Καναδάς δέχεται συνεχείς προσβολές και δασμούς, παρά το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός Mark Carney προσπαθεί πλέον να αμφισβητήσει την αμερικανική ηγεμονία, όπως φάνηκε και στην ομιλία του στο Νταβός. Είναι καιρός ο Καναδάς να σταματήσει να είναι μια υποσημείωση στην ατζέντα των άλλων και να διεκδικήσει την κυριαρχία του, τραβώντας οριστικά το χαλί κάτω από τα πόδια όσων τον θεωρούν δεδομένο.