Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και απρόβλεπτες παρενέργειες της οικονομικής πολιτικής του Donald Trump είναι η αλλαγή στις ισορροπίες ανάμεσα στην Κίνα και την Ινδία. Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκίνησε τη θητεία του με στόχο να επαναφέρει τη μεταποίηση στις Ηνωμένες Πολιτείες και να περιορίσει την οικονομική ισχύ της Κίνας. Ωστόσο, μια δεκαετία μετά, τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών είναι σχεδόν μηδαμινά, ενώ το πλήγμα στη φήμη της Ουάσινγκτον ως εγγυητή της παγκόσμιας σταθερότητας είναι τεράστιο.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα συνεχίζει την άνοδό της, ενισχύοντας τον ρόλο της στον Παγκόσμιο Νότο. Για δεκαετίες, οι σχέσεις μεταξύ Νέου Δελχί και Πεκίνου χαρακτηρίζονταν από καχυποψία και ανταγωνισμό, με αποκορύφωμα τη στρατιωτική σύρραξη στην κοιλάδα Galwan το 2020. Παρόλο που το 2024 οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε αποστρατιωτικοποίηση των συνόρων, το εμπόριο και οι επενδύσεις είχαν παγώσει.
Όμως, ο «εμπορικός πόλεμος» του Trump άλλαξε τα δεδομένα. Η στρατηγική «China plus one» ώθησε πολλές εταιρείες, όπως η Apple, να μεταφέρουν μέρος της παραγωγής τους στην Ινδία. Αυτή η δυναμική ανάγκασε την Ινδία να επανεξετάσει την πολιτική της, οδηγώντας σε μια προσεκτική επαναπροσέγγιση. Όπως επισημαίνει το Atlas Institute for International Affairs, βρισκόμαστε σε μια φάση εξομάλυνσης και συνύπαρξης.
Η συνεργασία μέσω οργανισμών όπως οι Brics και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης δίνει στις δύο χώρες το απαραίτητο βήμα για διάλογο. Ο Κινέζος πρέσβης στο Νέο Δελχί, Xu Feihong, δήλωσε πρόσφατα ότι η Κίνα είναι έτοιμη για στρατηγική ευθυγράμμιση, ενώ ο Vijay Mishra από το India China Trade Centre αναγνωρίζει τις τεράστιες δυνατότητες για βιομηχανική συνεργασία. Με τις δύο χώρες να αντιπροσωπεύουν το 35% του παγκόσμιου πληθυσμού και πάνω από το 40% της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης, η επανασύνδεση αυτή δεν φαίνεται να έχει επιστροφή – μια ειρωνική εξέλιξη για την οποία ο Donald Trump ίσως πληρώσει βαρύ τίμημα.