Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται σε επιφυλακή, καθώς η έξαρση ενός σπάνιου στελέχους του ιού Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Ουγκάντα χαρακτηρίστηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως «δημόσια υγειονομική έκτακτη ανάγκη διεθνούς ενδιαφέροντος». Το νέο στέλεχος Bundibugyo παρουσιάζει ποσοστό θνησιμότητας που αγγίζει το 50%, ενώ μέχρι στιγμής δεν διατίθεται εγκεκριμένο εμβόλιο ή εξειδικευμένη θεραπεία για την καταπολέμησή του.
Σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας, Samuel Roger Kamba, ο απολογισμός έχει ανέλθει στους 131 νεκρούς από 513 ύποπτα κρούσματα, με την κατάσταση να επιδεινώνεται ραγδαία. Το επίκεντρο εντοπίζεται στην επαρχία Ituri της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, μια περιοχή με έντονη μετακίνηση πληθυσμών λόγω της εξόρυξης χρυσού, γεγονός που ευνοεί τη διασυνοριακή εξάπλωση του ιού. Ήδη, στην Ουγκάντα έχει καταγραφεί τουλάχιστον ένας θάνατος, ενώ πάνω από 120 άτομα βρίσκονται σε καραντίνα.
Η ειδική σε θέματα λοιμωδών νοσημάτων από το UT Southwestern Medical Center, Krutika Kuppalli, εξηγεί ότι το συγκεκριμένο στέλεχος διαφέρει από εκείνο του Zaire που προκάλεσε την πανδημία της περιόδου 2014-2016. Η κατάσταση περιπλέκεται από τις ένοπλες συγκρούσεις στην περιοχή, τις αδύναμες υποδομές επιτήρησης και το γεγονός ότι οι υπάρχουσες διαγνωστικές πλατφόρμες δεν ανιχνεύουν με αξιοπιστία το στέλεχος Bundibugyo.
Αν και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει αποστείλει 12 τόνους ιατρικού υλικού, η αναζήτηση εμβολίου παραμένει το κρίσιμο ζητούμενο. Ερευνητικοί φορείς, όπως ο CEPI, καταβάλλουν προσπάθειες για τη δημιουργία πολυδύναμων εμβολίων, ωστόσο η ανάπτυξη και η κλινική δοκιμή τους απαιτούν χρόνο. Οι ειδικοί τονίζουν πως, σε αντίθεση με την πανδημία COVID-19, η ανταπόκριση για τον Έμπολα στερείται της ίδιας πολιτικής και οικονομικής πίεσης, καθώς οι κρίσεις αυτές πλήττουν κυρίως χώρες με περιορισμένους πόρους, καθιστώντας την ισότιμη επένδυση στην προετοιμασία για επιδημίες απαραίτητη για την παγκόσμια ασφάλεια υγείας.