Το Συμβούλιο Ειρήνης (Board of Peace), το οποίο ιδρύθηκε τον Ιανουάριο από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump με στόχο τη διοίκηση και την ανοικοδόμηση της Λωρίδας της Γάζας, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σοβαρή οικονομική κρίση που απειλεί να ακυρώσει το σχέδιο των 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανασυγκρότηση του κατεστραμμένου θύλακα. Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, το Συμβούλιο ανέφερε πρόσφατα ένα κρίσιμο χάσμα μεταξύ των οικονομικών δεσμεύσεων που είχαν αναληφθεί και των πραγματικών εκταμιεύσεων.
Ωστόσο, ειδικοί που παρακολουθούν τη διεθνή βοήθεια προς τους Παλαιστίνιους επισημαίνουν ότι αυτή η δυστοκία δεν είναι ούτε συμπτωματική, ούτε καθαρά διοικητική. Η απροθυμία των αραβικών και ευρωπαϊκών χωρών να χρηματοδοτήσουν το εγχείρημα πηγάζει από την αμφιλεγόμενη δομή του Συμβουλίου, την έλλειψη σαφούς πολιτικού ορίζοντα για την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους και τη συνεχιζόμενη ισραηλινή στρατιωτική επέκταση.
Ο Moath al-Amoudi, ειδικός σε θέματα διεθνούς βοήθειας, υποστήριξε στο Al Jazeera ότι οι υποσχέσεις για 17 δισεκατομμύρια δολάρια παραμένουν «κενό γράμμα», καθώς η ρευστότητα που έχει φτάσει στο έδαφος είναι μηδενική. «Οι δωρητές φοβούνται να συμμετάσχουν σε ένα όργανο που στερείται πολιτικού οράματος και αντιμετωπίζει τη Γάζα ως αμερικανικό προτεκτοράτο ασφαλείας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η αρχιτεκτονική του Συμβουλίου, το οποίο περιλαμβάνει προσωπικότητες όπως ο Marc Rowan, ο Steve Witkoff, ο Marco Rubio και ο Jared Kushner. Η πρόβλεψη για «μόνιμη έδρα» στο Συμβούλιο με εισφορά 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων έχει χαρακτηριστεί από αναλυτές ως μορφή «εμπορικής κηδεμονίας» και ανήθικου εκβιασμού.
Επιπλέον, η πραγματικότητα στο πεδίο καθιστά την ανοικοδόμηση εξαιρετικά δύσκολη. Παρά την εκεχειρία, ισραηλινές δυνάμεις έχουν σκοτώσει 828 Παλαιστίνιους, ενώ ανάλυση δορυφορικών εικόνων δείχνει ότι το Ισραήλ μετακινεί συστηματικά τη «Κίτρινη Γραμμή» (Yellow Line), επεκτείνοντας τον έλεγχό του στο 59% της Γάζας. Με το 85% των υποδομών κατεστραμμένο, οι δωρητές ανησυχούν ότι οποιοδήποτε έργο θα μπορούσε να βομβαρδιστεί ξανά, μετατρέποντας τη Γάζα, όπως αναφέρουν οι επικριτές του σχεδίου, σε μια σειρά από «μοντέρνα γκέτο» υπό 24ωρη επιτήρηση.