Σε μια κίνηση που προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις στις ΗΠΑ, ο Donald Trump, η οικογένειά του και οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες έλαβαν ασυλία από κάθε εκκρεμή φορολογικό έλεγχο, σύμφωνα με επίσημη οδηγία του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η απόφαση αυτή, που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη 20 Μαΐου 2026, αποτελεί παράρτημα του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε μία ημέρα νωρίτερα, σχετικά με αγωγή ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχε καταθέσει ο Trump κατά της Υπηρεσίας Εσωτερικών Προσόδων (IRS), επικαλούμενος διαρροές φορολογικών του δεδομένων στα μέσα ενημέρωσης κατά την περίοδο 2018-2020.
Το έγγραφο, το οποίο φέρει την υπογραφή του υπηρεσιακού υπουργού Δικαιοσύνης Todd Blanche, αναφέρει χαρακτηριστικά πως οι αρχές αποκλείονται οριστικά από τη δίωξη ή την επιδίωξη φορολογικών αξιώσεων κατά της οικογένειας Trump και των επιχειρήσεών της.
Η απόφαση πυροδότησε άμεσες αντιδράσεις από το Δημοκρατικό Κόμμα. Ο γερουσιαστής της Καλιφόρνια, Adam Schiff, κατηγόρησε την κυβέρνηση για διαφθορά και εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόνων. Παράλληλα, ο Richard Painter, πρώην νομικός σύμβουλος δεοντολογίας του Λευκού Οίκου επί προεδρίας George W. Bush, χαρακτήρισε την απαλλαγή από φορολογικές υποχρεώσεις ως αντισυνταγματική, υπογραμμίζοντας ότι παραβιάζει τη ρήτρα περί εγχώριων ωφελημάτων του Συντάγματος των ΗΠΑ.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη δημιουργία ενός αμφιλεγόμενου «Ταμείου κατά της Εργαλειοποίησης» (Anti-Weaponisation Fund), ύψους 1,776 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο έχει ως στόχο την αποζημίωση όσων ισχυρίζονται ότι υπήρξαν θύματα πολιτικά υποκινούμενων δικαστικών διώξεων. Παρά τις ανησυχίες των επικριτών ότι το ταμείο θα λειτουργήσει ως «δεξαμενή» ανταμοιβής για τους συμμάχους του προέδρου, ο Todd Blanche αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η δημιουργία του είχε πολιτικά κίνητρα ή ότι ο Trump έδωσε σχετικές κατευθύνσεις.