Η πρόσφατη σύνοδος κορυφής ανάμεσα στον Donald Trump και τον Xi Jinping στο Πεκίνο δεν απέφερε κάποια ιστορική συνθήκη, ωστόσο η σημασία της είναι καθοριστική. Δεν επρόκειτο για μια εξέλιξη στη διπλωματική πολιτική, αλλά για μια θεμελιώδη αναγνώριση: οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδέχονται πλέον την Κίνα ως ισότιμο κέντρο παγκόσμιας ισχύος. Αυτή η παραδοχή αποτελεί ένα ιστορικό σημείο καμπής.
Για δεκαετίες, οι αμερικανικές κυβερνήσεις θεωρούσαν πως το Πεκίνο θα εντασσόταν τελικά στη διεθνή τάξη με τους όρους της Ουάσιγκτον. Η νέα πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Donald Trump αναγνωρίζει πλέον ότι η Κίνα δεν είναι απλώς ένας ανταγωνιστής, αλλά ένας κεντρικός πυλώνας της παγκόσμιας τάξης, τον οποίο οι ΗΠΑ δεν μπορούν ούτε να απομονώσουν ούτε να υπερνικήσουν.
Η νέα στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως αποτυπώνεται στη Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας του 2025, απομακρύνεται από την ιδεολογική ρητορική του 2017. Εστιάζει πλέον στο εμπόριο, τον οικονομικό ανταγωνισμό και τη διατήρηση μιας στρατηγικής ισορροπίας. Ενώ η Ουάσιγκτον επιδιώκει να θωρακίσει την επιρροή της στο Δυτικό Ημισφαίριο –με κινήσεις στον Παναμά, τη Βενεζουέλα και την Κούβα–, ταυτόχρονα αναζητά μια «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα» με την Κίνα.
Ωστόσο, η Μέση Ανατολή παραμένει ένα πεδίο ασυνέπειας. Η εμπλοκή στον πόλεμο κατά του Ιράν, που συχνά μοιάζει περισσότερο με προτεραιότητα του Benjamin Netanyahu παρά με στρατηγικό συμφέρον των ΗΠΑ, εξυπηρετεί τελικά το Πεκίνο. Κάθε αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή μειώνει την εστίαση της Ουάσιγκτον, επιτρέποντας στην Κίνα να προβάλλεται ως ένας σταθερός οικονομικός εταίρος.
Η επικείμενη επίσκεψη του Xi Jinping στην Ουάσιγκτον τον Σεπτέμβριο αναμένεται να επισφραγίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα. Η εποχή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν μονομερώς τους όρους τους φτάνει στο τέλος της, δίνοντας τη θέση της σε μια νέα, διαπραγματευτική συνύπαρξη δύο ανταγωνιστικών κέντρων ισχύος.