Ο ιός hantavirus, που πρόσφατα προκάλεσε ανησυχία μετά τον εντοπισμό κρουσμάτων στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, δεν μπορεί να συγκριθεί με την πανδημία της COVID-19, σύμφωνα με τους ειδικούς δημόσιας υγείας. Παρά τον φόβο που επικρατεί στις κοινότητες όπου μεταφέρθηκαν οι επιβάτες για καραντίνα, η μετάδοση του ιού μεταξύ ανθρώπων είναι εξαιρετικά σπάνια, καθιστώντας το ενδεχόμενο μιας νέας παγκόσμιας πανδημίας σχεδόν απίθανο. Ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Tedros Adhanom Ghebreyesus, τόνισε ξεκάθαρα ότι ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία παραμένει χαμηλός.
Οι ιοί hantavirus, που πήραν το όνομά τους από τον ποταμό Hantan στη Νότια Κορέα, μεταδίδονται κυρίως μέσω τρωκτικών. Αν και το σύνδρομο hantavirus pulmonary syndrome (HPS) έχει υψηλό ποσοστό θνητότητας, η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο απαιτεί εξαιρετικά στενή και παρατεταμένη επαφή, γεγονός που διαφοροποιεί πλήρως τη δυναμική εξάπλωσής του σε σχέση με την COVID-19.
Η δομή των δύο ιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές: ενώ η COVID-19 διαθέτει πρωτεΐνες ακίδας που προσδένονται εύκολα στους υποδοχείς ACE2 του αναπνευστικού συστήματος, ο hantavirus χρησιμοποιεί γλυκοπρωτεΐνες που στοχεύουν κυρίως βαθύτερα στους πνεύμονες και τα αιμοφόρα αγγεία. Επιπλέον, ο hantavirus έχει πολύ μεγαλύτερο χρόνο επώασης –από μία έως οκτώ εβδομάδες–, γεγονός που επιτρέπει στις υγειονομικές αρχές να ελέγχουν αποτελεσματικότερα την εξάπλωσή του μέσω της καραντίνας.
Μέχρι στιγμής, 94 άτομα έχουν απομακρυνθεί από το πλοίο MV Hondius και μεταφερθεί σε περίπου 20 χώρες. Παρά τις τραγικές απώλειες τριών επιβατών, οι διεθνείς οργανισμοί, όπως το ECDC, εργάζονται στενά με τις αρχές για τον περιορισμό του κινδύνου. Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει λόγος πανικού, καθώς η απουσία του φυσικού ξενιστή του ιού στην Ευρώπη καθιστά τη διασπορά στον γενικό πληθυσμό απίθανη.