Οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν, ο οποίος ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, έχουν προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην αφρικανική ήπειρο, δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα με κερδισμένους και χαμένους. Καθώς οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύονται παγκοσμίως λόγω της σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, πολλές αφρικανικές χώρες, όπως η Κένυα, έρχονται αντιμέτωπες με τη φτώχεια και την ανάγκη για διεθνή οικονομική βοήθεια.
Ο Eric Wainaina, οδηγός μοτοταξί στο Nairobi της Κένυας, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κρίσης. Με την τιμή του πετρελαίου ντίζελ να έχει αυξηθεί κατά 24% από την έναρξη του πολέμου, φτάνοντας τα 1,60 δολάρια το λίτρο, το εισόδημά του έχει υποστεί καθίζηση. Αναγκασμένος να περιορίσει δραστικά τις διαδρομές του, ο Wainaina δηλώνει πως οι επιβάτες δεν μπορούν πλέον να αντέξουν το αυξημένο κόστος των κομίστρων, γεγονός που τον οδηγεί στο χείλος της οικονομικής καταστροφής.
Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, η Κένυα εξετάζει το ενδεχόμενο λήψης δανείου ύψους έως και 600 εκατομμυρίων δολαρίων από την Παγκόσμια Τράπεζα, προκειμένου να θωρακίσει την οικονομία της. Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι, παρά τα πλούσια αποθέματα πετρελαίου της Αφρικής, η ήπειρος εισάγει πάνω από το 70% των επεξεργασμένων καυσίμων της, παραμένοντας ευάλωτη στην παγκόσμια αστάθεια.
Αντιθέτως, χώρες όπως η Νιγηρία έχουν επωφεληθεί από την άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, καταγράφοντας σημαντικά έσοδα από τις εξαγωγές τους. Η Amaka Anku, επικεφαλής του τμήματος Αφρικής στον όμιλο Eurasia Group, υπογραμμίζει πως η κρίση αυτή είναι παγκόσμια και όχι αποκλειστικά αφρικανική. Ενώ ορισμένα κράτη υποφέρουν, άλλα βρίσκουν ευκαιρίες, όπως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η οποία διαθέτει κρίσιμα μεταλλεύματα που απαιτούνται για την αναπλήρωση αμυντικών συστημάτων.
Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, ο Ebenezer Obadare από το Council on Foreign Relations εκτιμά ότι οι αφρικανικές χώρες είναι απίθανο να διακόψουν τους δεσμούς τους με τις ΗΠΑ. Οι υπάρχουσες εμπορικές συμφωνίες, όπως ο νόμος AGOA, και οι διμερείς σχέσεις στον τομέα της υγείας καθιστούν τη διατήρηση της συμμαχίας με την Ουάσιγκτον μια αναγκαία επιλογή για το προβλέψιμο μέλλον.