Η επιρροή του Foundation for Defense of Democracies (FDD) στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ αναφορικά με το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων συζητήσεων. Με πρόσφατη κίνηση, ο πρόεδρος Donald Trump διόρισε τον Nick Stewart, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του FDD Action –του βραχίονα lobbying της οργάνωσης– στη διαπραγματευτική ομάδα για το Ιράν, δίπλα στον ειδικό απεσταλμένο Steve Witkoff. Ο διορισμός αυτός εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την ανεξαρτησία της αμερικανικής διπλωματίας, καθώς το FDD, αν και αυτοπροσδιορίζεται ως αμερικανικό think tank, προωθεί συστηματικά μια σκληρή γραμμή έναντι της Τεχεράνης.
Η οργάνωση, η οποία ιδρύθηκε το 2001 με αρχικό όνομα EMET, έχει εξελιχθεί σε έναν ισχυρό μηχανισμό που τροφοδοτεί το Κογκρέσο και τον Λευκό Οίκο με αναλύσεις και επιχειρήματα. Παρά τον ισχυρισμό του ότι δεν δέχεται χρηματοδότηση από ξένες κυβερνήσεις, το FDD διατηρεί ένα δίκτυο που απαρτίζεται από πρώην στελέχη του ισραηλινού στρατού και των υπηρεσιών πληροφοριών, όπως ο Jacob Nagel, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Benjamin Netanyahu.
Η ατζέντα του FDD ευθυγραμμίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις θέσεις του Ισραήλ, χαρακτηρίζοντας το Ιράν ως την κύρια απειλή. Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Trump, η στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» κατά του Ιράν είχε δεχθεί έντονη επιρροή από το συγκεκριμένο think tank. Σήμερα, καθώς οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό της κρίσης που έχει προκαλέσει η σύρραξη ΗΠΑ-Ισραήλ παραμένουν αβέβαιες, η είσοδος στελεχών του FDD στα κέντρα λήψης αποφάσεων υποδηλώνει μια συνεχιζόμενη προσπάθεια επιβολής πιο επιθετικών θέσεων, παρά τις προσδοκίες για διπλωματική αποκλιμάκωση.