Η ρύπανση από τα ιχθυοτροφεία στη Νορβηγία αποτελεί μια κρυφή περιβαλλοντική βόμβα, καθώς οι μονάδες αυτές αποβάλλουν τριπλάσια ποσότητα αποβλήτων στα φιόρδ σε σχέση με όλο τον πληθυσμό της χώρας. Σύμφωνα με νέα έρευνα του Sunstone Institute, ενός ερευνητικού ομίλου με έδρα το Όσλο, ο όγκος των περιττωμάτων των ψαριών και της μη καταναλωθείσας τροφής που καταλήγει στα παράκτια ύδατα από τις περίπου χίλιες φάρμες είναι τρομακτικός.
Τα δεδομένα της περσινής χρονιάς δείχνουν ότι το άζωτο και ο φώσφορος που περιέχονται στα απόβλητα αυτά αντιστοιχούν σε ακατέργαστα λύματα από 17,2 εκατομμύρια και 20 εκατομμύρια ανθρώπους αντίστοιχα. Το μέγεθος αυτό είναι εντυπωσιακό, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο συνολικός πληθυσμός της Νορβηγίας ανέρχεται σε περίπου 5,5 εκατομμύρια κατοίκους.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι σοβαρές, καθώς η περίσσεια αζώτου και φωσφόρου προκαλεί εξάρσεις φυκών, οι οποίες με τη σειρά τους εξαντλούν το οξυγόνο, δημιουργώντας «νεκρές ζώνες» όπου η θαλάσσια ζωή αδυνατεί να επιβιώσει. Παρά το γεγονός ότι η Νορβηγία κατέλαβε την 7η θέση στον δείκτη περιβαλλοντικής απόδοσης (EPI) για το 2024, τα νέα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα της ως παγκόσμιου ηγέτη στην προστασία του περιβάλλοντος.
Από την πλευρά της, η Norwegian Seafood Federation αμφισβητεί τα συμπεράσματα, υποστηρίζοντας ότι η παραγωγή κινείται εντός των ορίων αντοχής της φύσης. Ωστόσο, ο κλάδος, στον οποίο κυριαρχούν μεγάλες εταιρείες όπως η Mowi, η Lerøy Seafood Group και η SalMar, παραμένει ο σημαντικότερος πυλώνας της οικονομίας της χώρας. Η Νορβηγία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός εκτρεφόμενου σολομού παγκοσμίως, εξάγοντας μόνο τον Μάρτιο προϊόντα αξίας άνω του 1,1 δισεκατομμυρίου δολαρίων προς τις αγορές της Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Ασίας.