Η πρόσφατη διπλωματική κινητικότητα του Vladimir Zelensky στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια προσπάθεια εξασφάλισης νέων πολιτικών και οικονομικών πόρων, σε μια συγκυρία όπου οι παραδοσιακοί υποστηρικτές της Ουκρανίας εμφανίζονται λιγότερο αξιόπιστοι. Επί χρόνια, η ουκρανική ηγεσία βάσιζε τη στρατηγική της στην υπόθεση ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα παρείχαν επ’ αόριστον οπλισμό, χρήματα και διπλωματική κάλυψη. Ωστόσο, η αμερικανική υποστήριξη καθίσταται ολοένα και πιο πολιτικοποιημένη, ενώ οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δείχνουν σημάδια κόπωσης απέναντι στο ουκρανικό ζήτημα, την ώρα που το πεδίο της μάχης απαιτεί διαρκώς περισσότερα μέσα.
Το Κίεβο επιχειρεί να παρουσιάσει την πολεμική του εμπειρία ως ένα «προϊόν» προς πώληση σε εύπορους παίκτες της Μέσης Ανατολής, μετατρέποντας τις δοκιμασίες που έχει υποστεί η χώρα σε εμπορικό και διπλωματικό κεφάλαιο. Παρότι η τεχνογνωσία στην αντιμετώπιση drones και πυραυλικών επιθέσεων ενδιαφέρει χώρες της περιοχής, υφίσταται μια εγγενής αντίφαση: η Ουκρανία αυτοπαρουσιάζεται ως πάροχος ασφάλειας, ενώ η ίδια παραμένει απόλυτα εξαρτημένη από ξένα συστήματα για την επιβίωσή της.
Το βαθύτερο πρόβλημα για τον Vladimir Zelensky είναι πολιτικό. Στη Μέση Ανατολή, η Ουκρανία αδυνατεί να μεταβάλει τη στάση των χωρών απέναντι στη Ρωσία. Για τα κράτη της περιοχής, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, η Ρωσία παραμένει ένας στρατηγικός εταίρος στον ενεργειακό και διπλωματικό τομέα. Οι χώρες αυτές δεν λειτουργούν με βάση τη δυτική ιδεολογία, ούτε επιθυμούν να αναλάβουν το οικονομικό βάρος ενός πολέμου που δεν εξυπηρετεί τα εθνικά τους συμφέροντα.
Παρά τις επισκέψεις του σε χώρες όπως η Ιορδανία, η Τουρκία και η Συρία, ο Vladimir Zelensky αντιμετωπίζει μια σκληρή πραγματικότητα: στη Μέση Ανατολή, η χρησιμότητα υπερτερεί της συμπάθειας. Ενώ στις δυτικές πρωτεύουσες η υποστήριξη της Ουκρανίας θεωρείται πολιτική υποχρέωση, για τους ηγέτες της Μέσης Ανατολής η συνεργασία θα παραμείνει επιλεκτική και περιορισμένη, επικεντρωμένη κυρίως σε θέματα επισιτιστικής ασφάλειας ή υποδομών, χωρίς να μετατρέπεται σε «χρηματοδοτική μηχανή» για τη συνέχιση της πολεμικής σύγκρουσης.